ἰκτερίας


ἰκτερίας
ἰκτερίας, ὁ, λίϑος, eine gelbliche Steinart

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ικτερίας — ἰκτερίας, ὁ (Α) φρ. «ἰκτερίας λίθος» είδος κίτρινου λίθου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + επίθημα ίας*] …   Dictionary of Greek

  • ἰκτεριᾶν — ἰκτερίας a yellowish masc gen pl (doric aeolic) ἰκτεριάω to be ill of the jaundice pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἰκτεριάω to be ill of the jaundice pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἰκτεριάω to be ill of the jaundice… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτεριῶν — ἰκτερίας a yellowish masc gen pl ἰκτεριάω to be ill of the jaundice pres part act masc voc sg ἰκτεριάω to be ill of the jaundice pres part act neut nom/voc/acc sg ἰκτεριάω to be ill of the jaundice pres part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίκτερος — Κίτρινη χροιά του δέρματος, του σκληρού χιτώνα των ματιών και των βλεννογόνων, που οφείλεται σε συσσώρευση χολοχρωστικών στο αίμα (τιμή χολερυθρίνης άνω των 3 mg ανά 100 ml αίματος) και μπορεί να έχει διάφορες διαβαθμίσεις (στις ηπιότερες… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.